Οικογενειακό τραπέζι - Πεδίο μάχης

Πολλοί θεωρούν ότι τα οικογενειακά γεύματα είναι συνδεδεμένα με στιγμές αρμονίας, χαλάρωσης και οικογενειακής θαλπωρής. Για πολλές οικογένειες ωστόσο τα γεύματα αυτά είναι ένα πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι καυγάδες, η επίδειξη εξουσίας και δύναμης με αποτέλεσμα το φαγητό και η οικογενειακή συγκέντρωση να είναι διαδικασίες επίπονες και δύσκολες. Το γεγονός μάλιστα ότι από την ελληνική παράδοση ουσιαστικά επιβάλλεται κάποιες γιορτινές ημέρες να της περνάμε τρώγοντας με την οικογένειά μας δημιουργεί ένα «πρέπει» εξουθενωτικό.

Οι καυγάδες που λαμβάνουν χώρα την ώρα του γεύματος πολλές φορές πραγματοποιούνται μεταξύ των αδελφών. Την ώρα του γεύματος βγαίνει στην επιφάνεια το ποιός πραγματικά έχει την εξουσία βάση της ηλικίας ή του φύλου και με ποιό τρόπο επηρεάζεται ή παραχωρείται αυτή η εξουσία από τους γονείς αλλά κι ακόμα πως αντιδρούν τα μέλη της οικογένειας σε αυτή την παραχωρούσα εξουσία.

Πολλές φορές με αφορμή το φαγητό εκδηλώνονται σοβαρές συγκρούσεις. Ποιόν ευνόησε η μάμα και του έδωσε μεγαλύτερη ή καλύτερη μερίδα; Πάλι ο αδελφός μου πήρε την μερίδα που ήθελα; Άφησαν την αδελφή μου να φάει όλο το γλυκό; Με αφορμή αυτά ομηρικοί καυγάδες ξεκινούν με σκοπό την κυριαρχία. Στην πραγματικότητα όμως όλη αυτή η αναταραχή με αφορμή το φαγητό κρύβει βαθύτερα συναισθήματα των αδελφών αναφορικά με την σχέση τους με τους γονείς. Μπορεί να φωνάζουν και να διεκδικούν τροφή αλλά δεν πεινάνε για φαγητό. «Πεινάνε» για την προσοχή των γονέων ή για μια αγκαλιά και θέλουν να «χορτάσουν» φροντίδα.

Αυτό είναι πιο συνηθισμένο στα πρωτότοκα παιδιά που «εκθρονίστηκαν» μετά την γέννηση των μικρότερων αδελφών. Ουσιαστικά με τον καυγά θέλουν να φωνάξουν «είμαι κι εγώ εδώ προσέξτε με!» , «ανησυχώ ότι δεν με αγαπάτε πια!». Η αλήθεια είναι πως μεγάλο μέρος της προσοχής των γονέων αφαιρείται από το μεγαλύτερο παιδί όταν έρχεται ένα μωρό στην οικογένεια. Οι καυγάδες συμβαίνουν γιατί τα παιδιά προσπαθούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και απαιτούν ισότητα. Απαιτούν οι γονείς να είναι δίκαιοι.

Γιατί όμως αυτή η διεκδίκηση κι ο καυγάς γίνεται με αφορμή το οικογενειακό τραπέζι; Ίσως επειδή είναι ένας χώρος όπου όλα τα υποκείμενα οργής είναι διαθέσιμα κι αναγκαστικά θα σπαταλήσουν λίγο χρόνο για να ολοκληρώσουν το γεύμα τους. Υπάρχει επομένως διαθέσιμος χώρος και χρόνος για καυγά. Άλλωστε πολλές φορές τα οικογενειακά γεύματα είναι μια ευκαιρία για τους γονείς να επαινέσουν ή να κριτικάρουν την συμπεριφορά των παιδιών. Έτσι για παράδειγμα όταν συνεχώς την ώρα του φαγητού επαινείται ένα παιδί που είναι καλός μαθητής ή που είναι όμορφος, αθλητικός, αδύνατος, αναπόφευκτα τα άλλα παιδιά νιώθουν μειονεκτικά, ότι υστερούν ή ότι είναι αποτυχημένα.

Όπως σημειώθηκε παραπάνω πρόκειται ουσιαστικά για προσπάθεια επιβολής εξουσίας και δύναμης από αυτούς που νιώθουν ότι μειονεκτούν. Πολλές φορές, ιδιαίτερα σε πολυμελείς οικογένειες κάποια από τα αδέλφια προσπαθούν να μείνουν αμέτοχα. Και λέω «προσπαθούν» γιατί βρίσκονται σε διασταυρούμενα πυρά, έτσι πολλές φορές ακόμα κι αν δεν συμμετέχουν γίνονται στόχος της οργής των άλλων.

Πιο έντονοι καυγάδες μεταξύ των αδελφών πραγματοποιούνται την περίοδο των διακοπών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Αυτό συμβαίνει γιατί σε αυτές τις περιόδους το «πρέπει να είμαστε οικογενειακά» είναι πιο έντονο. Αν κάποιος θελήσει να μην παρευρεθεί κατηγορείται ότι είναι προβληματικός, ακοινώνητος ή ότι σίγουρα «κάτι πάει στραβά με αυτόν».

Οι καυγάδες αυτοί δυστυχώς έχουν αντίκτυπο και στην ενήλικη ζωή. Καταρχήν μπορεί να δημιουργηθεί μια αρρωστημένη σχέση με το φαγητό και ως συνέπεια να εμφανιστούν διατροφικές διαταραχές (ανορεξία, βουλιμία, υπερφαγία). Αυτό συμβαίνει γιατί στο υποσυνείδητο του ατόμου έχει καταχωρηθεί σαν πληροφορία ότι το φαγητό εξαιτίας των παρελθοντικών καυγάδων, είναι κάτι κακό κι ενοχικό. Πολλοί ενήλικες ως συνέπεια αυτών των καυγάδων τρώνε πολύ όταν θυμώνουν ή δεν τρώνε καθόλου όταν στενοχωριόνται.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των αδελφών δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των γονέων βέβαια και θα ήταν λάθος να τους προσάψουμε μια τόσο βαριά κατηγορία. Οι συγκρούσεις μεταξύ των αδελφών «απλά συμβαίνουν». Θα τολμήσω να πω ότι συμβαίνουν σε κάθε οικογένεια. Τις περισσότερες φορές ο ανταγωνισμός αυτός εξομαλύνεται με την πάροδο του χρόνου όσο μεγαλώνουν τα αδέλφια και έτσι αποκτούν πιο στενές κι αγαπημένες σχέσεις.

Η σειρά γέννησης του κάθε παιδιού καθορίζει μάλιστα αυτόν τον ανταγωνισμό. Κάθε παιδί ανάλογα με τη θέση που έχει στην οικογένεια διαμορφώνει και κάποια χαρακτηριστικά.

Πρωτότοκα παιδιά: Αντιμετωπίζουν μια σχετική απειρία των γονέων και ότι κάνουν είναι για την οικογένεια κάτι καινούριο. Μπαίνουν ανάμεσα στο ζευγάρι χωρίς αρχικά να ανταγωνίζονται κανέναν για την αγάπη τους και την προσοχή τους. Πιέζονται για πρωτιές και για να αποτελέσουν πρότυπα για τα μικρότερα αδέλφια, να είναι προστάτες τους. Έχουν μεγάλη ανάγκη για επιτυχία και καλούνται να ωριμάσουν γρήγορα. Επειδή στο σπίτι πριν τη γέννηση αδελφών ήταν μόνοι τους κι έτσι τα διαθέσιμα πρότυπα ήταν μεγαλύτερα (γονείς), ταυτίζονται πιο εύκολα με μεγαλύτερους ανθρώπους και κάνουν εύκολα φιλίες μαζί τους. Με την γέννηση του πρώτου αδελφού κατακλύζονται από άγχος, φόβο, ανασφάλεια και θλίψη με αποτέλεσμα πολλές φορές να αντιδρούν με επιθετικότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ερχομός του νέου μέλους σημαίνει για το πρωτότοκο βίαιη διαταραχή της ισορροπίας στο σπίτι, όπου ξαφνικά καλείται να «ωριμάσει τώρα» γιατί οι γονείς έχουν με κάτι νέο να ασχοληθούν.

Το επικίνδυνο είναι όταν οι γονείς απαιτούν από το πρωτότοκο να ωριμάσει άμεσα για να αποτελέσει ένα ιδανικό πρότυπο για τα αδέλφια του με αποτέλεσμα να του στερούν την ανεμελιά της παιδικής ζωής και να του παραδίδουν έναν ιδιαίτερα βαρύ γονικό ρόλο. Ακόμα οι γονείς μπορεί να εναποθέσουν σε αυτό όλες τις προσδοκίες και τα όνειρά τους οδηγώντας το παιδί σε ένα συνεχές άγχος να τους βγάλει ασπροπρόσωπους. Στις ενήλικες σχέσεις του ο συνέπεια αυτού μπορεί να αναλάβει αντίστοιχους ρόλους και να βρει έναν σύντροφο που θα τον φροντίζει « από πάνω» αναλαμβάνοντας την ευθύνη του.

Δευτερότοκα παιδιά : Είναι συνήθως λιγότερο επιθετικά. Εξαιτίας του ανταγωνισμού που νιώθουν από την γέννησή του από το μεγαλύτερο αδελφάκι πολλές φορές ενοχοποιούνται. Ωστόσο επειδή έχουν συνηθίσει τον ανταγωνισμό όσο μεγαλώνουν δεν τον φοβόνται πολλές φορές τον επιδιώκουν με αποτέλεσμα να είναι καλοί σε ανταγωνιστικές δραστηριότητες (πχ. Σπορ). Από την άλλη επειδή υπήρξαν δεύτεροι στην οικογένεια, έχουν ανάγκη να διαπρέψουν και στην εφηβεία μπορεί να παρουσιάσουν επαναστατικές ακόμα και ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. Ωστόσο «μοιράζονται» πιο εύκολα σε υλικό και συναισθηματικό επίπεδο.

Οι γονείς με τα δευτερότοκα είναι πιο εκπαιδευμένοι και άρα λιγότερο συντηρητικοί ή αυστηροί. Αν εκθρονιστεί με τη σειρά το δευτερότοκο εξαιτίας γέννησης νέου παιδιού προσαρμόζεται πιο εύκολα κι αποκτά αυτονομία. Ψάχνει φίλους έξω από την οικογένεια για να στηριχτεί. Διαμορφώνει ισχυρές σχέσεις με άτομα εκτός της οικογένειας. Αυτός είναι και ο λόγος που οι φίλοι παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή τους

Μικρότερα παιδιά: Μένουν για πάντα «μικρά» με πολλές αρνητικές επιπτώσεις. Πολλές φορές «δεν τα παίρνουν σοβαρά», τους φέρονται απελπιστικά χαϊδευτικά, υπερπροστατευτικά και με επιείκεια. Αυτό σαν συνέπεια έχει στις ενήλικες σχέσεις τους (φιλικές και συντροφικές) να απαιτούν την ίδια επιείκεια και φροντίδα. Κάποια νιώθουν την ανάγκη να γίνουν για λίγο «τα κακά παιδιά» κουρασμένα πια από την τόση επιείκεια.

Οι καυγάδες σταματούν στην ενήλικη ζωή όταν τα παιδιά δεν χρειάζονται πια την φροντίδα των γονιών. Τότε αρχίζουν «να συμπαθούν» τα αδέλφια τους και να αποζητούν την παρέα τους.

Στις συντροφικές σχέσεις οι ρόλοι που είχαν στην οικογένεια δυστυχώς επαναλαμβάνονται. Έτσι η φροντίδα που δεν πήραν κάποια από τους γονείς μπορεί να αναζητηθεί σε κάποιον σύντροφο.

Οι γονείς πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα. Η θέση ενός παιδιού στην οικογένεια δεν είναι ρόλος που το παιδί πρέπει να αναλάβει και να διεκπεραιώσει με επιτυχία. Όπως σημειώθηκε παραπάνω οι καυγάδες είναι φυσιολογικοί μεταξύ αδελφών και τις περισσότερες φορές οι γονείς δεν χρειάζεται να εμπλακούν σταματώντας την σύγκρουση. Πρέπει να αφήσουν τα αδέλφια να περάσουν από το στάδιο αυτό χωρίς να πάρουν οι ίδιοι θέση ή να υποστηρίξουν κάποιο. Τέλος, πρέπει να δώσουν το μήνυμα στα παιδιά τους ότι τα αγαπάνε το ίδιο και να τους δώσουν την ίδια στήριξη ώστε να μην νιώθει κάποιο από αυτά ότι μειονεκτεί.

 

 

Θεοφίλη Δήμητρα

Ψυχοθεραπεύτρια, Κοινωνική Λειτουργός